Η απόφαση να μη συζητηθεί στη Βουλή η επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή Λάρισας Βασίλη Κόκκαλη με θέμα τα κριτήρια διαφάνειας και θεσμικής ισοτιμίας στις συνεργασίες του κράτους με ΜΚΟ για την προστασία των ζώων, δεν αποτελεί απλώς μία κοινοβουλευτική λεπτομέρεια. Αποτελεί ένα γεγονός που γεννά σοβαρά πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο δημόσιος διάλογος γύρω από τον νόμο Άργος, τις υποχρεωτικές στειρώσεις, τη λήψη DNA και τον ρόλο συγκεκριμένων οργανώσεων βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Βουλής, η ερώτηση δεν θα συζητηθεί λόγω αναρμοδιότητας. Η λέξη αυτή, όσο τυπική και αν ακούγεται, προκαλεί εύλογη απορία. Διότι η συγκεκριμένη ερώτηση δεν αφορούσε ένα θεωρητικό ή αόριστο θέμα. Αφορούσε τη συμμετοχή συγκεκριμένων οργανώσεων σε δράσεις που συνδέονται με δημόσιες πολιτικές, τη συνεργασία τους με κρατικούς μηχανισμούς, τη θεσμική τους παρουσία και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται ή αποκτούν ρόλο σε ζητήματα που επηρεάζουν χιλιάδες πολίτες.
Αν λοιπόν το Υπουργείο στο οποίο απευθύνθηκε η ερώτηση δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει, τότε γεννάται ένα ακόμη σοβαρότερο ερώτημα. Ποιος είναι ο αρμόδιος; Ποιος φορέας έχει την ευθύνη να εξηγήσει με ποια κριτήρια αναπτύσσονται αυτές οι συνεργασίες; Ποιος λογοδοτεί όταν τίθενται ζητήματα διαφάνειας; Ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη απέναντι στους πολίτες;
Σε μια δημοκρατία, η λογοδοσία δεν είναι προαιρετική διαδικασία. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ένα διαρκές παιχνίδι μεταφοράς ευθυνών από υπηρεσία σε υπηρεσία και από υπουργείο σε υπουργείο. Η Βουλή υπάρχει ακριβώς για να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και να ζητά απαντήσεις. Όταν ακόμη και η διαδικασία της κοινοβουλευτικής ερώτησης οδηγείται σε αδιέξοδο, τότε η συζήτηση παύει να αφορά τα ζώα, τις ΜΚΟ ή οποιοδήποτε επιμέρους θέμα. Αφορά τη λειτουργία των ίδιων των θεσμών.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν αναλογιστεί κανείς ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία συνεχής μεταφορά αρμοδιοτήτων, δράσεων και επιρροής από τους θεσμικούς φορείς προς ιδιωτικές οργανώσεις, οι οποίες συχνά εμφανίζονται να συμμετέχουν σε πρωτοβουλίες, εκπαιδεύσεις, ενημερωτικές καμπάνιες ή δημόσιες πολιτικές. Είτε κάποιος συμφωνεί είτε διαφωνεί με αυτή την πραγματικότητα, η ανάγκη διαφάνειας είναι αυτονόητη. Όσο μεγαλύτερος είναι ο ρόλος ενός φορέα, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η δημόσια λογοδοσία του.
Η εύκολη επίκληση της αναρμοδιότητας δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, ενισχύει την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να δώσει σαφείς απαντήσεις σε ζητήματα που απασχολούν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Και όταν η κοινωνία βλέπει διαρκώς πόρτες να κλείνουν αντί για απαντήσεις να δίνονται, η δυσπιστία προς τους θεσμούς μεγαλώνει.
Η ουσία είναι απλή. Η ερώτηση του Βασίλη Κόκκαλη μπορεί να μη συζητηθεί. Τα ερωτήματα όμως παραμένουν ζωντανά. Και όσο παραμένουν αναπάντητα, θα επιστρέφουν ξανά και ξανά στη δημόσια συζήτηση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα δεν είναι αν μια ερώτηση αποσύρθηκε, μεταφέρθηκε ή κρίθηκε αναρμόδια.
Το πραγματικό ζήτημα είναι αν υπάρχει ακόμη κάποιος πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη να απαντήσει.
Διότι αυτή τη στιγμή, ο αρμόδιος εξακολουθεί να αναζητείται.

