Στο πρώτο αυτό κομμάτι της σειράς οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μια πραγματική στροφή της ελληνικής κοινωνίας. Δεν πρόκειται βέβαια για ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η ίδια τάση καταγράφεται σε πολλές χώρες, όμως στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξαιτίας των συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν σήμερα οι νεότερες γενιές.
Η οικονομική ανασφάλεια, το κόστος στέγασης, η δυσκολία επαγγελματικής σταθερότητας και η γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον έχουν μετατρέψει την απόκτηση παιδιού σε μια απόφαση που για πολλούς νέους ανθρώπους μοιάζει όλο και πιο δύσκολη. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η ολοκλήρωση της οικογένειας περνά συχνά μέσα από την απόκτηση ενός σκύλου, μιας γάτας ή κάποιου άλλου ζώου συντροφιάς.
Αυτό από μόνο του δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μια κοινωνική μεταβολή και ως τέτοια πρέπει πρώτα να την παρατηρήσουμε.
Η αγορά όμως δεν είναι χαζή.
Δεν πρόκειται να παρακολουθήσει αδιάφορη ένα τεράστιο κομμάτι της οικονομίας που επί δεκαετίες συνδεόταν με τη δημιουργία οικογένειας και το μεγάλωμα ενός παιδιού να περιορίζεται. Δεν πρόκειται να χάσει αυτό το μερίδιο χωρίς να αναζητήσει τον επόμενο μεγάλο πελάτη. Έτσι, γύρω από τη λέξη «σκύλος», «γάτα» ή οποιοδήποτε άλλο κατοικίδιο επιλέξει ο καθένας, στήθηκε σταδιακά ένας τεράστιος εμπορικός μηχανισμός.
Ένας μηχανισμός που συνεχώς διευρύνει τις ανάγκες, δημιουργεί νέες υπηρεσίες, προσθέτει νέες υποχρεώσεις και αυξάνει το οικονομικό κόστος της συμβίωσης με ένα ζώο. Με αργά αλλά σταθερά βήματα, τα οικονομικά μεγέθη αρχίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις να πλησιάζουν επίπεδα που παλαιότερα θα συνδέαμε με το μεγάλωμα ενός παιδιού. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου συγκεκριμένες δαπάνες μπορούν να ξεπεράσουν κάθε προηγούμενη λογική.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία με ποιο πρόσωπο εμφανίζεται κάθε φορά αυτή η αγορά. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από φιλοζωικές κραυγές, μέσα από ιατρικά δεδομένα, μέσα από την εκπαίδευση, μέσα από την ευζωία, μέσα από τη διατροφή ή μέσα από εκατοντάδες χιλιάδες προϊόντα και υπηρεσίες που παρουσιάζονται ως απαραίτητες για έναν «σωστό» κηδεμόνα.
Η ουσία παραμένει ίδια: γύρω από το ζώο συντροφιάς δημιουργήθηκε ένας τεράστιος οικονομικός κύκλος και ο άνθρωπος βρέθηκε σταδιακά μέσα σε μια πραγματικότητα όπου κάθε επιλογή του μπορεί να συγκρουστεί με ένα πολύ ισχυρό ηθικό δίλημμα:
Κάνω πραγματικά το καλύτερο για το ζώο μου;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη αυτού του μηχανισμού. Δεν στηρίζεται μόνο στην ανάγκη. Στηρίζεται στο συναίσθημα.
Όταν ένας άνθρωπος αγαπά τον σκύλο του, είναι εξαιρετικά εύκολο να οδηγηθεί σε μια απόφαση αν πιστέψει ότι η άρνησή του να πληρώσει, να εξετάσει, να αγοράσει, να παρέμβει ή να ακολουθήσει μια νέα πρακτική μπορεί να σημαίνει ότι δεν κάνει το καλύτερο δυνατό για εκείνον. Η ενοχή γίνεται μέρος της κατανάλωσης και η αγάπη μετατρέπεται στο ισχυρότερο εργαλείο πίεσης.
Γι’ αυτό και τα κόστη που αναφέρονται σήμερα ως δεδομένα για την ύπαρξη ενός σκύλου μέσα σε μια οικογένεια δεν αποτυπώνουν πάντα την πραγματική εικόνα. Συνήθως βλέπουμε απλοποιημένους υπολογισμούς που περιλαμβάνουν τροφή, εμβόλια, βασική κτηνιατρική φροντίδα και ίσως κάποια πρώτα έξοδα. Η πραγματικότητα μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.
Αρκεί ένα απλό περιστατικό.
Μια ωτίτιδα ή μια ουρολοιμώξη, για παράδειγμα, μπορεί πλέον να ανοίξει έναν κύκλο επισκέψεων, εξετάσεων, εργαστηριακών ελέγχων, φαρμάκων και επανελέγχων που να φέρει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με ένα κόστος εκατοντάδων ευρώ. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να πλησιάσει ακόμη και τα 400 ευρώ πριν ο ιδιοκτήτης προλάβει ουσιαστικά να καταλάβει πώς ένα φαινομενικά απλό πρόβλημα μετατράπηκε σε μια τόσο ακριβή διαδικασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κτηνιατρική επιστήμη είναι περιττή ούτε ότι οι εξετάσεις δεν χρειάζονται. Σημαίνει ότι οφείλουμε να εξετάσουμε με καθαρό μυαλό πώς εγκαταστάθηκε μια νέα εμπορική πραγματικότητα πάνω στο κεφάλι του σκύλου και πώς η πραγματικότητα αυτή κατάφερε να συνδεθεί τόσο στενά με την έννοια της αγάπης, της υπευθυνότητας και τελικά της ηθικής.
Η αγορά δεν αφήνει τις κοινωνικές αλλαγές να περνούν ανεκμετάλλευτες. Γι’ αυτό ακριβώς είχα προειδοποιήσει πριν από χρόνια. Στο πρόσωπο του σκύλου βρέθηκε πλέον ένας απίστευτος πελάτης, ίσως ο ιδανικότερος που θα μπορούσε να υπάρξει, επειδή ο ίδιος δεν αγοράζει τίποτα, δεν επιλέγει τίποτα και δεν γνωρίζει πόσο κοστίζει τίποτα.
Αγοράζει ο άνθρωπος για εκείνον.
Και αγοράζει κάτω από το βάρος μιας ερώτησης που μπορεί να νικήσει σχεδόν κάθε οικονομική αντίσταση:
«Κι αν δεν κάνω το καλύτερο για το ζώο μου;»
Στα επόμενα κομμάτια θα προσπαθήσουμε να δούμε ακριβώς αυτό: πώς εγκαταστάθηκε, με αργά αλλά σταθερά βήματα, αυτή η εμπορική πραγματικότητα πάνω στο κεφάλι του σκύλου. Πώς πέρασε μέσα από τη φιλοζωία, την ιατρική, την εκπαίδευση, την ευζωία και τελικά την ίδια μας την ανάγκη να πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι.

