Έχουμε συνηθίσει να ακούμε την αλήθεια και να την ταυτίζουμε με τον ρόλο μιας αυθεντίας. Η περίπτωση του Γιάννη Ιωαννίδη, όμως, δεν είναι αυτή ενός ανθρώπου που μιλά ως αυθεντία. Είναι η περίπτωση ενός ανθρώπου που μιλά καθαρά. Και δυστυχώς, για κάποιους, αυτό είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς. Είναι καθρέφτης.
Δεν θέλω να σταθώ στο ποιος είναι ο Ιωαννίδης, πόσο έχει καταξιωθεί, ποια είναι η θέση του στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα ή σε οτιδήποτε άλλο συνοδεύει το όνομά του. Θέλω να μείνω απλώς στην αίσθηση που σου αφήνει όταν τον ακούς. Απέναντί σου δεν έχεις έναν άνθρωπο που προσπαθεί να επιβληθεί. Έχεις έναν αξιοπρεπή Έλληνα. Έναν άνθρωπο που νιώθεις πως εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του τον παλμό ενός οράματος.
Δεν μιλά με επικοινωνιακά τερτίπια. Δεν χρησιμοποιεί τη θεατρική επικοινωνία που μαστίζει τη χώρα μας από την κορυφή μέχρι τη βάση. Καθρεφτίζει, όμως, με απόλυτη καθαρότητα το πώς ένα κόσμημα για ολόκληρο τον πλανήτη έχει φτάσει σήμερα να εκπροσωπεί ακριβώς τα αντίθετα από εκείνα που το γέννησαν.
Μπορεί να γεννήσεις τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τα μαθηματικά. Αυτό, όμως, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα για το παρόν σου.
Ο όρος «αχρηστοκρατία» αποτυπώνει με τον πιο σκληρό τρόπο μια πραγματικότητα που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Όχι μόνο εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσίας, αλλά και όλοι εμείς που βρισκόμαστε κάτω από αυτή.
Η διαφθορά της Ελλάδας δεν αφορά μόνο όσους κυβερνούν. Αφορά και την τεμπελιά της σκέψης του ίδιου του Έλληνα.
Ας αφήσουμε, για λίγο, στην άκρη τις ιαχές και τα πεζοδρόμια. Όταν η σκέψη τεμπελιάζει, γίνεσαι οπαδός του πρώτου συνθήματος που θα σου πετάξουν μπροστά σου. Περιμένεις από πρόσωπα να φέρουν την αλλαγή και ξεχνάς ότι έχεις υποχρέωση να είσαι εσύ η ίδια η αλλαγή.
Ο καθαρός λόγος του Ιωαννίδη δεν χρειάζεται ούτε φωνές ούτε επικοινωνιακά στολίδια. Φτάνει καθαρά στα αυτιά εκείνων που θέλουν πραγματικά να ακούσουν.
Και επειδή πλέον θα πρέπει να έχει γίνει συνείδηση σε όλους μας ότι κάποιοι βρίσκονται πολύ ψηλά για να φτάσει μέχρι εκεί ο ήχος, καλό θα ήταν αυτός ο λόγος να φτάσει σε κάθε Έλληνα. Όχι για να του πει τι να πιστέψει, αλλά για να του θυμίσει ότι αξίζει περισσότερα.
Δεν θα μιλήσω για το περιεχόμενο της συνέντευξης, γιατί ό,τι έχει να πει το λέει από μόνο του. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα την ακούσει. Είναι ποιος θα μπορέσει να νιώσει την ουσία της.

