Κάποτε η ηγεσία ήταν κάτι ενιαίο. Ένας άνθρωπος όφειλε να μπορεί να καταλαβαίνει την πραγματικότητα, να παίρνει αποφάσεις και ταυτόχρονα να μιλήσει στον κόσμο με τρόπο που να εμπνέει εμπιστοσύνη. Σήμερα, αυτό το μοντέλο μοιάζει να έχει διαλυθεί.
Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ηγέτες. Είναι ότι οι ηγέτες που εμφανίζονται δεν καταφέρνουν να συνδυάσουν τα βασικά. Από τη μία πλευρά βλέπεις ανθρώπους που μπορούν να επικοινωνήσουν, αλλά δεν μπορούν να σταθούν πρακτικά. Από την άλλη, ανθρώπους που λειτουργούν πρακτικά, αλλά δεν μπορούν να συνδεθούν με την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
Και αυτό δεν είναι τοπικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμιο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Donald Trump αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επικοινωνιακής υπερβολής. Ένας άνθρωπος που καταφέρνει να επιβάλλεται στον δημόσιο λόγο, να κυριαρχεί στην εικόνα και να δημιουργεί ένταση, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί με τρόπο που πολλοί θεωρούν επιθετικό, διχαστικό και απρόβλεπτο. Η επικοινωνία υπάρχει, η ισορροπία λείπει.
Στην άλλη πλευρά, ο Vladimir Putin ενσαρκώνει ένα διαφορετικό μοντέλο. Πιο ψυχρός, πιο πρακτικός, με σαφή στρατηγική σκέψη. Όμως αυτή η πρακτικότητα συνοδεύεται από σκληρότητα, από επιλογές που προκαλούν διεθνείς εντάσεις και από μια εξουσία που δεν βασίζεται στην αποδοχή αλλά στην επιβολή. Η αποτελεσματικότητα υπάρχει, η εμπιστοσύνη απουσιάζει.
Και αν κοιτάξει κανείς πιο κοντά, θα δει ότι το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται με διαφορετικές μορφές.
Στην Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επένδυσε έντονα στην επικοινωνία. Στην εικόνα, στο αφήγημα, στην προσπάθεια να παρουσιαστεί μια σύγχρονη και οργανωμένη πραγματικότητα. Όμως αυτή η εικόνα συγκρούεται συχνά με γεγονότα που δημιουργούν ρωγμές στην αξιοπιστία της. Η επικοινωνία υπάρχει, αλλά δεν καταφέρνει πάντα να αντέξει το βάρος της πραγματικότητας.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Keir Starmer κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Πιο σοβαρός, πιο θεσμικός, πιο συγκρατημένος. Ένας άνθρωπος που δίνει έμφαση στη λειτουργία του κράτους και στη σταθερότητα. Όμως αυτή η προσέγγιση δεν καταφέρνει να αγγίξει την κοινωνία. Δεν δημιουργεί ρεύμα, δεν εμπνέει, δεν κινητοποιεί. Η πρακτικότητα υπάρχει, αλλά δεν μεταφράζεται σε αποδοχή.
Και κάπου εδώ γεννιέται το πραγματικό ερώτημα.
Γιατί λείπουν οι ηγέτες που μπορούν να κάνουν και τα δύο;
Γιατί φαίνεται τόσο δύσκολο, σε μια εποχή με περισσότερη γνώση και περισσότερα εργαλεία από ποτέ, να εμφανιστεί μια φυσιογνωμία που να συνδυάζει την ικανότητα της πράξης με την ικανότητα της επικοινωνίας;
Ίσως γιατί το σύστημα που τους παράγει έχει αλλάξει.
Οι κοινωνίες έχουν γίνει πιο σύνθετες. Η πληροφορία κινείται πιο γρήγορα. Η πίεση είναι συνεχής. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ηγέτες δεν εξελίσσονται ολιστικά. Εξειδικεύονται.
Άλλοι μαθαίνουν να μιλούν.
Άλλοι μαθαίνουν να αποφασίζουν.
Λίγοι καταφέρνουν να κάνουν και τα δύο.
Και εκεί που δεν υπάρχει αυτή η ισορροπία, το κενό καλύπτεται αλλιώς. Σε καθεστώτα όπου η εξουσία δεν χρειάζεται αποδοχή, η έλλειψη επικοινωνίας δεν αποτελεί πρόβλημα. Εκεί η ισχύς επιβάλλεται. Δεν εξηγείται.
Αλλά στον υπόλοιπο κόσμο, το αποτέλεσμα είναι εμφανές.
Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.
Η κοινωνία απομακρύνεται.
Και η ηγεσία μοιάζει όλο και λιγότερο ικανή να ανταποκριθεί στον ρόλο της.
Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν οι ηγέτες.
Το πρόβλημα είναι ότι λείπουν οι ολοκληρωμένοι ηγέτες.
Και αυτό, ίσως, είναι το πιο ανησυχητικό σημάδι της εποχής μας.

