Υπάρχουν άνθρωποι που χτίζουν πολιτική καριέρα πάνω στον θυμό. Και υπάρχουν κι εκείνοι που προσπαθούν να χαμηλώσουν τη φωτιά, γνωρίζοντας ότι ίσως καούν πρώτοι.
Ο Παύλος Μπακογιάννης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Σε μια Ελλάδα πληγωμένη από δεκαετίες εμφυλίου μίσους, πολιτικών παθών και ανοιχτών λογαριασμών, επέλεξε να μιλήσει για κάτι που τότε ακουγόταν σχεδόν ύποπτο: τη συνεννόηση. Την ανάγκη να μπορέσει αυτός ο τόπος να κοιτάξει μπροστά χωρίς να χρειάζεται πάντα έναν εσωτερικό εχθρό για να επιβιώσει πολιτικά.
Δεν ήταν αφελής. Είχε ζήσει την εξορία, είχε δει τι σημαίνει διχασμός, είχε καταλάβει πως όταν μια κοινωνία μαθαίνει να ζει μόνο μέσα από το μίσος, στο τέλος δεν ξέρει να αναπνέει αλλιώς.
Και όμως, επέμεινε.
Το 1989 η Ελλάδα έβραζε. Πολιτικές συγκρούσεις, καχυποψία, φανατισμός, κραυγές παντού. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Μπακογιάννης τόλμησε να στηρίξει την ιδέα ότι αντίπαλοι πολιτικοί χώροι μπορούσαν να συνυπάρξουν. Ότι η Δημοκρατία δεν χτίζεται πάνω στην εξόντωση του άλλου.
Για κάποιους ήταν ελπίδα.
Για άλλους, απειλή.
Και τότε ήρθαν οι σφαίρες.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, έξω από το γραφείο του στο Κολωνάκι, η 17 Νοέμβρη εκτελεί τον Παύλο Μπακογιάννη. Ένας άνθρωπος πέφτει στο πεζοδρόμιο και μαζί του πέφτει κάτι πολύ πιο βαρύ: η αίσθηση ότι ίσως αυτή η χώρα μπορούσε κάποτε να αφήσει πίσω της τον μόνιμο πόλεμο των στρατοπέδων.
Η είδηση πάγωσε την Ελλάδα όχι μόνο λόγω της δολοφονίας, αλλά γιατί πολλοί κατάλαβαν, έστω και σιωπηλά, τι πραγματικά είχε συμβεί.
Δεν δολοφονήθηκε ο πιο ακραίος πολιτικός της εποχής.
Δολοφονήθηκε ένας άνθρωπος που μιλούσε για γέφυρες.
Και οι γέφυρες είναι επικίνδυνες για όσους χρειάζονται τα χαρακώματα.
Ο Μπακογιάννης είχε πει:
«Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.»
Ίσως γι’ αυτό η φράση του επιβίωσε περισσότερο από τους δολοφόνους του. Γιατί δεν ήταν σύνθημα. Ήταν στάση ζωής.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το όνομά του επιστρέφει κάθε φορά που αυτός ο τόπος μοιάζει να γλιστρά ξανά στον εύκολο δρόμο του φανατισμού. Κάθε φορά που η διαφωνία μετατρέπεται σε μίσος. Κάθε φορά που η πολιτική ξεχνά ότι απέναντι δεν βρίσκεται «στόχος», αλλά άνθρωπος.
Ο Παύλος Μπακογιάννης δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τον τρόπο που πέθανε.
Έμεινε γιατί προσπάθησε να πείσει μια χώρα ότι μπορεί να υπάρξει και χωρίς να μισεί τον εαυτό της.

