Εκείνη την περίοδο η Νέα Δημοκρατία έμοιαζε να βρίσκεται πάνω σε ενεργό ηφαίστειο.
Όλοι μιλούσαν για διάσπαση. Κανείς δεν ήξερε από πού θα έρθει. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι μέσα στο κόμμα υπήρχαν στρατόπεδα έτοιμα να συγκρουστούν. Το όριο έμοιαζε χαμένο.
Στον Flash 9.61 ξεκινούσαμε δουλειά στις 6 το απόγευμα και τελειώναμε το επόμενο πρωί μετά την εκπομπή και τη μικρή σύσκεψη που ακολουθούσε. Εκείνα τα βράδια ο σταθμός μύριζε πολιτική. Γέλια, ένταση, τηλέφωνα, πληροφορίες, φήμες, καπνός και δημοσιογραφική αδρεναλίνη.
Θυμάμαι ακόμα τη ζεστή σοκολάτα που έφτιαχνα σχεδόν κάθε βράδυ.
Γύρισα στο γραφείο και είδα τον Αλέκο να με κοιτάζει διαφορετικά.
«Με πήρε ο Τράγκας τηλέφωνο», μου είπε.
Δεν μου είχε ξαναμιλήσει έτσι. Περίμενα να συνεχίσει.
«Μου είπε να σε ρίξω στη μάχη».
Στην αρχή άρχισα να γελάω. Εκείνη την εποχή οι φάρσες του Μητσικώστα ήταν καθημερινότητα και ήταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να μιμηθεί τόσο καλά τη φωνή του Γιώργου Τράγκα.
«Ρε συ Αλέκο, μήπως ήταν ο Μητσικώστας;»
Το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά γύρισε σοβαρός.
«Όχι. Ήταν ο Τράγκας».
Χωρίς να καταλαβαίνω ακόμα ακριβώς τι συνέβαινε, άρχισα να παίρνω συνεντεύξεις από βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Ήμουν μικρός ηλικιακά, αλλά είχα κάτι που συχνά λείπει από τη δημοσιογραφία: πριν αρχίσω τη συνέντευξη, μιλούσα ανθρώπινα. Ρωτούσα προσωπικά πράγματα. Δεν έμπαινα κατευθείαν σαν εισαγγελέας.
Και τότε μου ήρθε η σκέψη του Αθανάσιου Τσαλδάρη.
Με τον Τσαλδάρη υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση. Όχι σχέση εξάρτησης. Ανθρώπινη σχέση. Από το τηλέφωνο λειτουργούσε σαν πατέρας των δημοσιογράφων. Ακόμα και η σύζυγός του ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και στο πλευρό του υπήρχε ένας άγγελος. Η φωνή της υπάρχει ακόμα μέσα μου. Κάποτε μου έδωσε και μια συμβουλή που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και δεν θα την πω ποτέ.
Ακούω μέχρι σήμερα ανθρώπους να μιλούν για “παγίδευση”, για “off the record”, για έναν πιτσιρικά που ξεγέλασε έναν έμπειρο πολιτικό.

Σοβαρά τώρα;
Μιλάμε για τον άνθρωπο που από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή χειριζόταν τα μέσα ενημέρωσης στα δάχτυλά του. Για έναν πολιτικό που καταλάβαινε τη σημειολογία μιας λέξης πριν καν ολοκληρωθεί η πρόταση.



Ποιος ακριβώς πιστεύει ότι ένας 20χρονος δημοσιογράφος θα μπορούσε να “παγιδεύσει” έναν τέτοιο πολιτικό;
Ο Τσαλδάρης ήξερε πολύ καλά πού βρισκόταν η κατάσταση. Ήξερε ότι το κόμμα βρισκόταν στο όριο. Και κατά την προσωπική μου άποψη πήρε μια συνειδητή πολιτική απόφαση, ρισκάροντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.
Χρησιμοποίησε προσωπική γλώσσα. Άφησε χώρο να υπάρχει το ενδεχόμενο του off the record. Ταυτόχρονα όμως είπε αυτά που θεωρούσε ότι έπρεπε να ειπωθούν πολιτικά εκείνη τη στιγμή.
Αυτό είναι πολιτικός.
Να ξεχνάει τον εαυτό του όταν θεωρεί ότι κινδυνεύει ο στόχος.
Και ναι. Πιστεύω πραγματικά ότι αν εκείνος ο άνθρωπος δεν λειτουργούσε έτσι εκείνο το βράδυ, ίσως σήμερα η Νέα Δημοκρατία να μην υπήρχε με τη μορφή που τη γνωρίζουμε.
Η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε.
Τα πόδια μου έτρεμαν μέχρι το πρωί.
Όταν ήρθε ο Γιώργος Τράγκας, του είπα τι είχε συμβεί και τι είχαμε γράψει.
Με ρώτησε μόνο ένα πράγμα:
«Το παίζουμε;»
Αυτό μόνο.
Δεν άρπαξε την κασέτα. Δεν μου είπε “άσε μικρέ, ξέρω εγώ”. Δεν με προσπέρασε. Δεν χρησιμοποίησε έναν 20χρονο σαν εργαλείο.
Με ρώτησε.
Και ο 20χρονος απάντησε:
«Το παίζουμε».
Αυτό που ακολούθησε δεν θα το αναλύσω πολύ. Πίεση. Επιθέσεις. Μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας να εξευτελίζουν δημόσια έναν πιτσιρικά από τα μικρόφωνά τους.
Και ναι, το θυμάμαι ακόμα.
Ειδικά εσύ, “επαναστάτη”, που εκείνο το πρωί χωρίς να σηκώσεις ένα τηλέφωνο μίλησες για “κράσπεδα της δημοσιογραφίας”.
Η μόνη στιγμή που αισθάνθηκα ότι κάποιος προσπάθησε πραγματικά να ακούσει ήταν στην ΕΣΗΕΑ. Αλλά ακόμα κι εκεί υπήρχε μια πικρή γεύση. Επέμεναν να τους πω αν ο Τράγκας με πίεσε να παίξω την ηχογράφηση.
Όχι.
Δεν με πίεσε ποτέ.
Και παρακάτω στα επόμενα άρθρα κάποια στιγμή ίσως καταλάβουν ότι το γεγονός πως με ρώτησε ήταν θέμα τιμής. Γιατί αν έλεγα “όχι”, δεν θα έπαιζε τίποτα.
Πώς να φανταστεί ένας 20χρονος ότι επιστρέφοντας στον Flash θα τον περιμένουν κάμερες; Ότι θα γίνει πρωτοσέλιδο; Ότι θα μιλούν όλοι γι’ αυτόν; Ότι θα βρεθεί ξαφνικά να δίνει συνέντευξη μέσα στον ίδιο του τον σταθμό και να μην ξέρει αν βρίσκεται στον χώρο εργασίας του ή σε δημόσια ανάκριση;
Ένας πολύ γνωστός δημοσιογράφος, με ιστορικό όνομα στη δημοσιογραφία, λίγο έλειψε να με δείρει μέσα στον Flash.
Ο Τράγκας γελούσε.
«Μην μασάς», μου είπε.
«Πήρε ο πρόεδρος την Έλενα».
Ο Αθανάσιος Τσαλδάρης είχε πάρει τηλέφωνο στον σταθμό.
«Να μην πειράξει κανένας τον Κούτση».
Καταλαβαίνετε;
Τότε τα παντελόνια υπήρχαν ακόμα.
Και κάτι τελευταίο.
Επειδή στη χώρα μας όποιος μιλήσει ανθρώπινα για έναν πολιτικό θεωρείται αυτομάτως “στρατόπεδο”, ας ξεκαθαρίσω κάτι πριν βιαστεί κάποιος να παρερμηνεύσει αυτά που γράφω.
Το σύστημα θα με έχει πάντα απέναντί του όταν θεωρώ ότι ξεπερνά τα όρια. Και δεν υπάρχει καμία απολύτως διάθεση ανοίγματος ή προσχώρησης σε οποιαδήποτε πολιτική πλευρά.
Όμως η αλήθεια είναι αλήθεια.
Και προσωπικά πιστεύω ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμβεί εκείνες τις ημέρες. Πιστεύω επίσης ότι μετά από εκείνη τη συνέντευξη έγιναν σοβαρές διαβουλεύσεις που η Ελλάδα δεν έμαθε ποτέ.
Αυτό όμως είναι η πολιτική.
Η πραγματική πολιτική δεν γράφεται πάντα στις κάμερες. Πολλές φορές γράφεται σε σιωπές, σε τηλεφωνήματα και σε αποφάσεις που δεν θα μάθει ποτέ ο κόσμος.
Και μέσα σε εκείνη τη γενιά πολιτικών που, είτε συμφωνούσες είτε διαφωνούσες μαζί τους, λειτουργούσαν με προσωπικό βάρος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ίσως φορούσε τα πιο σκληρά “παντελόνια” που φόρεσε ποτέ Έλληνας πολιτικός. Ξαναδείτε την συνέντευξή του στον Παπαχελά μπας και μάθετε κάτι!
Λυπάμαι πραγματικά που δεν τον γνώρισα.
Πάμε τώρα παρακάτω πατήστε εδώ

