Η τελευταία δημοσκόπηση δεν είναι απλώς μία ακόμη καταγραφή ποσοστών. Είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για την κατάσταση στην οποία έχει μπει η ελληνική κοινωνία. Δεν έχει πλέον σημασία μόνο ποιος προηγείται, ποιος ανεβαίνει ή ποιος πέφτει. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η χώρα λειτουργεί εδώ και χρόνια σαν ένα μόνιμο προεκλογικό καζάνι.
Οργή, φόβος, αγανάκτηση, εκδίκηση, επικοινωνιακά παιχνίδια, στρατόπεδα, “αντιμητσοτακικοί”, “αντισυριζαίοι”, “αντισυστημικοί”, ο ένας απέναντι στον άλλον, όλοι απέναντι σε όλους. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον η πολιτική παύει να είναι αναζήτηση λύσεων και μετατρέπεται σε ψυχολογικό ξέσπασμα.
Ο θυμός όμως δεν είναι ψήφος.
Ο φόβος δεν είναι ψήφος.
Η ανάγκη εκδίκησης δεν είναι ψήφος.
Και κυρίως, η συναισθηματική φόρτιση μιας κοινωνίας δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο με το οποίο καθορίζεται το μέλλον μιας χώρας.
Έχω βρεθεί πολλές φορές απέναντι στην κυβέρνηση και προσωπικά απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το ζήτημα με τον νόμο Άργος και όσα έγιναν γύρω από τους σκύλους είναι κάτι που δεν πρόκειται να συγχωρήσω ποτέ, γιατί δεν αφορά προσωπικό συμφέρον αλλά κάτι που αγαπώ βαθιά και υπηρετώ χρόνια.
Αυτό όμως δεν αλλάζει ένα άλλο γεγονός:
η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν έχει την πολυτέλεια να λειτουργεί σαν κοινωνία εμφυλιακής παράκρουσης.
Αν ένας πρωθυπουργός έχει αποσυνδεθεί από την κοινωνία, τότε η λύση δεν μπορεί να είναι να μετατραπεί ολόκληρη η χώρα σε ένα ατελείωτο πεδίο μίσους, γελοιοποίησης και πολιτικής εκδίκησης. Γιατί στο τέλος δεν θα καταρρεύσει μόνο ένας πολιτικός. Θα καταρρεύσει η ίδια η κοινωνική συνοχή.
Η Ελλάδα δεν είναι πανεπιστημιακό εργαστήριο. Δεν είναι conference room πολυεθνικών. Δεν είναι think tank ξένων κέντρων αποφάσεων. Δεν είναι λέσχη ισχυρών που συζητά στρατηγικές πάνω σε χάρτες.
Είναι μια χώρα με ιστορική μνήμη, με τραύματα, με Βαλκάνια, με Ανατολή, με Δύση, με οικογένειες που κουβαλούν ακόμα μέσα τους εμφυλίους, φτώχεια, προδοσίες και φόβο.
Και γι’ αυτό η πολιτική εδώ δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με αριθμούς, δημοσκοπήσεις και επικοινωνιακές αναλύσεις.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ό,τι κι αν του καταλογίσει κανείς, υπήρξε ένας άνθρωπος που βρέθηκε μπροστά σε πραγματικά ιστορικά και προσωπικά διλήμματα. Υπήρχε πολιτικό βάρος, υπήρχε επαφή με το κόστος της εξουσίας. Σήμερα πολλές φορές μοιάζει σαν η πολιτική να παράγεται μέσα από πίνακες δεδομένων και επικοινωνιακά επιτελεία που κοιτούν μόνο ποιο αφήγημα “πουλάει” καλύτερα.
Αυτός είναι ο λάθος δρόμος.
Και λάθος δρόμο ακολουθεί συνολικά πλέον ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Από την κυβέρνηση μέχρι την αντιπολίτευση. Από τα “συστημικά” κόμματα μέχρι τα κόμματα οργής που επενδύουν αποκλειστικά στον θυμό και στην ψυχολογία του πλήθους.
Αν συνεχίσουμε έτσι, η επόμενη κρίση δεν θα μοιάζει με τις προηγούμενες.
Δεν θα έρθει απαραίτητα μέσα από επαναστάσεις ή κοινωνικές εκρήξεις.
Θα έρθει μέσα από την πλήρη αποσύνδεση.
Από ανθρώπους που δεν θα πιστεύουν πια σε τίποτα.
Από πολίτες που θα βλέπουν τα πάντα σαν ένα άδειο θέατρο εξουσίας.
Από μια κοινωνία που θα μετατρέψει τα πάντα σε ζωντανές νεκρές εικόνες του παρελθόντος.
Και τότε δεν θα έχει σημασία ποιος κυβερνά.
Γιατί κανείς δεν θα μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει.
Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο από μία ακόμη πολιτική νίκη.
Χρειάζεται επανασύνδεση με τον εαυτό της.
Να σταματήσει να κοιτάζει κάθε φορά μόνο προς τη Δύση, μόνο προς τον Βορρά ή μόνο προς όποιο κέντρο ισχύος υπόσχεται “ασφάλεια”. Η Ελλάδα ήταν πάντα κάτι βαθύτερο. Μια χώρα που γεννούσε πολιτισμό ακριβώς επειδή δεν ανήκε ολοκληρωτικά πουθενά.
Και όσοι γεννούν πολιτισμό δεν ανήκουν σε στρατόπεδα.
Ανήκουν πρώτα στον εαυτό τους και η γνώση τους ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Οι ώρες του φανατισμού και του πολιτικού ραδιαβισμού τελείωσαν. Αν συνεχίσουμε να ζούμε μόνο για να διαφωνούμε, μόνο για να νικήσουμε “τους απέναντι”, τότε δεν θα μείνει τίποτα όρθιο για να κυβερνηθεί.
Το στοίχημα πλέον δεν είναι αν θα κερδίσει ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας ή οποιοσδήποτε άλλος.
Το στοίχημα είναι αν θα καταφέρει να επιβιώσει πολιτικά και ψυχικά η ίδια η ελληνική κοινωνία.

