Υπάρχουν ταινίες που βλέπεις.
Και υπάρχουν ταινίες που σε ακολουθούν.
Ταινίες που επιστρέφουν χρόνια αργότερα, όχι επειδή θυμάσαι την πλοκή τους, αλλά επειδή θυμάσαι πώς σε έκαναν να νιώσεις.
Για μένα, το City of Angels, το Highlander, το Moulin Rouge και το Braveheart δεν είναι τέσσερις διαφορετικές ταινίες.
Είναι τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα του ίδιου ανθρώπινου πόνου.
Τέσσερις διαφορετικές διαδρομές που ξεκινούν από την αγάπη και καταλήγουν κάπου πολύ πιο σκοτεινά.
Στο City of Angels βλέπουμε έναν άγγελο που έχει τα πάντα εκτός από αυτό που πραγματικά θέλει.
Μπορεί να δει τους ανθρώπους.
Μπορεί να τους ακούσει.
Μπορεί να τους παρακολουθεί.
Αλλά δεν μπορεί να τους αγγίξει.
Και κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι μια στιγμή αληθινής ζωής αξίζει περισσότερο από μια αιωνιότητα ασφάλειας.
Δεν θυσιάζει την αθανασία του για μια γυναίκα.
Τη θυσιάζει για την εμπειρία του να είναι άνθρωπος.
Για τη χαρά.
Για τον φόβο.
Για την απώλεια.
Για όλα όσα κάνουν τη ζωή ζωή.
Στο Highlander συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Ένας άνθρωπος αποκτά την αθανασία που όλοι ονειρεύονται.
Και περνά αιώνες ανακαλύπτοντας ότι είναι ίσως το πιο σκληρό δώρο που θα μπορούσε να λάβει.
Βλέπει τους ανθρώπους που αγαπά να φεύγουν.
Ξανά.
Και ξανά.
Και ξανά.
Μέχρι που αντιλαμβάνεται ότι η αιωνιότητα χωρίς ανθρώπους δεν είναι ελευθερία.
Είναι φυλακή.
Ύστερα έρχεται το Moulin Rouge.
Εκεί δεν κυριαρχεί η απώλεια.
Κυριαρχεί ο φόβος της απώλειας.
Η ζήλια.
Αυτό το παράξενο συναίσθημα που μπορεί να μεταμορφώσει έναν άνθρωπο σε κάτι που ούτε ο ίδιος αναγνωρίζει.
Η ζήλια δεν γεννιέται από την αγάπη.
Γεννιέται από τον φόβο.
Από τον τρόμο μήπως χάσουμε κάτι που θεωρούμε δικό μας.
Και όταν ο φόβος αυτός μεγαλώσει αρκετά, μπορεί να καταπιεί τη λογική.
Μπορεί να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα.
Μπορεί να μετατρέψει έναν άνθρωπο σε σκιά του εαυτού του.
Όσοι έχουν αγαπήσει βαθιά γνωρίζουν πόσο λεπτή είναι πολλές φορές η γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και στην τρέλα.
Και τότε έρχεται το Braveheart.
Το πιο ανθρώπινο από όλα.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει αθανασία.
Δεν υπάρχουν άγγελοι.
Δεν υπάρχουν παραμύθια.
Υπάρχει ένας άνθρωπος.
Ένας μόνο άνθρωπος.
Και ένας πόνος τόσο μεγάλος που αλλάζει ολόκληρη την πορεία της ζωής του.
Όποιος δει μόνο την τελευταία σκηνή βλέπει έναν άντρα να αντέχει βασανιστήρια που μοιάζουν αδιανόητα.
Όποιος όμως δει ολόκληρη την ταινία καταλαβαίνει κάτι άλλο.
Ότι ο πόνος που κουβαλά μέσα του είναι μεγαλύτερος από αυτόν που βλέπουμε.
Ότι η πληγή είχε ανοίξει πολύ νωρίτερα.
Ότι είχε χάσει πράγματα που δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν.
Ότι είχε δει να του αφαιρούν κομμάτια της ίδιας του της ψυχής.
Και τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι.
Άραγε αντέχει πραγματικά αυτά που του κάνουν εκείνη τη στιγμή;
Ή μήπως συγκριτικά με όσα προηγήθηκαν δεν τον τρομάζουν πια;
Ίσως γι’ αυτό η τελευταία κραυγή του συγκλονίζει ακόμα και σήμερα.
Γιατί δεν είναι η κραυγή ενός πολεμιστή.
Είναι η κραυγή ενός ανθρώπου που έχει πονέσει περισσότερο απ’ όσο μπορούν να καταλάβουν οι γύρω του.
Κοιτάζοντας αυτές τις τέσσερις ταινίες μαζί αρχίζει να εμφανίζεται ένα παράξενο μοτίβο.
Ο άγγελος μαθαίνει την αξία της ζωής.
Ο αθάνατος μαθαίνει την αξία του τέλους.
Ο ερωτευμένος μαθαίνει πόσο εύκολα ο φόβος μπορεί να γίνει ζήλια.
Ο πολεμιστής μαθαίνει πόσο βαθιά μπορεί να σκληρύνει μια καρδιά όταν πληγωθεί.
Και κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς κρύβεται ο ίδιος άνθρωπος.
Εσύ.
Εγώ.
Όλοι μας.
Γιατί η ζωή, τελικά, δεν είναι τίποτε άλλο από μια ατέλειωτη προσπάθεια να αγαπήσουμε χωρίς να φοβηθούμε.
Να χάσουμε χωρίς να γίνουμε πέτρα.
Να πονέσουμε χωρίς να γίνουμε τέρατα.
Και να συνεχίσουμε να περπατάμε, ακόμη κι όταν η καρδιά μας κουβαλά περισσότερα απ’ όσα μπορούν να δουν οι άλλοι.
Ίσως γι’ αυτό οι ταινίες αυτές δεν γερνούν ποτέ.
Γιατί δεν μιλούν για άγγελους, αθάνατους, καμπαρέ ή πολέμους.
Μιλούν για εκείνη τη μάχη που δίνει κάθε άνθρωπος σιωπηλά μέσα του.
Τη μάχη ανάμεσα στην αγάπη, τον φόβο, τη ζήλια και τον πόνο.
Και κανείς δεν βγαίνει από αυτήν ακριβώς ο ίδιος.

