Όταν ξεκίνησα να διαμορφώνω τη φιλοσοφία του Inside the Dog’s Mind, δεν αναζητούσα μία ακόμη μέθοδο εκπαίδευσης. Δεν πίστευα ότι ο χώρος χρειαζόταν άλλη μία τεχνική, μία διαφορετική προσέγγιση στην υπακοή ή έναν ακόμη τρόπο να διδάσκονται οι ίδιες εντολές. Το ερώτημα που με απασχολούσε ήταν πολύ πιο θεμελιώδες. Τι είναι αυτό που διαμορφώνει πραγματικά τη συμπεριφορά ενός σκύλου και, κατ’ επέκταση, τη σχέση του με τον άνθρωπο;
Όσο περισσότερο παρατηρούσα σκύλους, ανθρώπους και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, τόσο περισσότερο κατέληγα σε ένα συμπέρασμα που με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Η συμπεριφορά δεν είναι ένα αυτόνομο γεγονός. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά, ούτε αποτελεί ένα πρόβλημα που πρέπει απλώς να διορθωθεί. Είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης τριών βασικών παραγόντων: του σώματος, του συναισθήματος και της σκέψης.
Το τρίπτυχο Σώμα Συναίσθημα Σκέψη
Αυτό το τρίπτυχο αποτελεί μέχρι σήμερα το θεμέλιο της φιλοσοφίας μου.
Το σώμα χρειάζεται να είναι υγιές για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά. Το συναίσθημα χρειάζεται να αισθάνεται ασφάλεια για να μπορεί να εκφραστεί χωρίς φόβο, άγχος ή διαρκή επιφυλακή. Η σκέψη, τέλος, χρειάζεται εμπειρίες, ερεθίσματα και ευκαιρίες να εξελιχθεί. Όταν αυτά τα τρία στοιχεία βρίσκονται σε ισορροπία, η συμπεριφορά ακολουθεί συνήθως την ίδια πορεία. Όταν όμως ένα από αυτά διαταραχθεί, η αλλαγή εμφανίζεται πρώτα στη συμπεριφορά και πολύ αργότερα αντιλαμβανόμαστε την πραγματική αιτία που την προκάλεσε.
Αυτό το μοντέλο με οδήγησε σε μία ακόμη διαπίστωση, ίσως τη σημαντικότερη από όλες. Για να κατανοήσει κανείς έναν σκύλο δεν αρκεί να αναζητά συνεχώς τις διαφορές ανάμεσα στα δύο είδη. Αντίθετα, χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσει όσα μοιραζόμαστε.
Για πολλά χρόνια άκουγα ότι ο σκύλος δεν σκέφτεται όπως ο άνθρωπος, ότι δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο και ότι οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στα δύο είδη είναι λανθασμένη. Μέχρι ενός σημείου αυτό είναι απολύτως σωστό. Ο σκύλος δεν είναι άνθρωπος και δεν θα γίνει ποτέ. Διαθέτει τις δικές του αισθήσεις, τη δική του εξελικτική ιστορία και τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον.
Το ερώτημα όμως που γεννήθηκε μέσα μου ήταν διαφορετικό. Αν οι διαφορές είναι αυτές που μας βοηθούν να τον κατανοήσουμε ή αν, αντίθετα, η πραγματική κατανόηση αρχίζει από τις ομοιότητες.
Η απάντηση που έδωσα, μετά από χρόνια παρατήρησης και μελέτης, ήταν η δεύτερη.
Άνθρωπος και σκύλος δεν είναι ίδιοι. Όμως η ζωή τους στηρίζεται πάνω στους ίδιους θεμελιώδεις βιολογικούς μηχανισμούς. Και οι δύο οργανισμοί προσπαθούν να επιβιώσουν, να προστατευθούν, να δημιουργήσουν κοινωνικούς δεσμούς, να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις για τη συνέχεια της ζωής. Οι τρόποι με τους οποίους εκφράζονται μπορεί να διαφέρουν, όμως οι ανάγκες που γεννούν αυτές τις συμπεριφορές έχουν κοινή αφετηρία.
Από αυτή τη διαπίστωση άρχισε να αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο έβλεπα την εκπαίδευση. Έπαψα να αντιμετωπίζω τη συμπεριφορά ως ένα πρόβλημα που έπρεπε να διορθωθεί και άρχισα να τη βλέπω ως ένα μήνυμα που έπρεπε πρώτα να κατανοηθεί. Γιατί πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει πάντοτε μια ανάγκη που προσπαθεί να εκφραστεί. Αν κατανοήσεις την ανάγκη, η συμπεριφορά αποκτά νόημα. Αν πολεμήσεις μόνο τη συμπεριφορά, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χάσεις την πραγματική αιτία που τη δημιούργησε.
Αν δεχθούμε ότι άνθρωπος και σκύλος μοιράζονται τις ίδιες θεμελιώδεις ανάγκες, τότε το επόμενο ερώτημα είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Από πού ξεκινούν αυτές οι ανάγκες;
Η απάντηση βρίσκεται στη βιολογία. Κάθε οργανισμός γεννιέται με έναν προγραμματισμό που δεν επέλεξε ο ίδιος. Αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το DNA αποτελεί το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ολόκληρη η ζωή. Δεν καθορίζει κάθε λεπτομέρεια της συμπεριφοράς μας, καθορίζει όμως τις βασικές προδιαθέσεις που επιτρέπουν σε έναν οργανισμό να επιβιώσει και να συνεχίσει το είδος του.
Η επιβίωση και η αναπαραγωγή αποτελούν τους δύο μεγάλους άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η συμπεριφορά όλων σχεδόν των έμβιων οργανισμών. Η αναζήτηση τροφής, η προστασία από τους κινδύνους, η ανάγκη για έναν ασφαλή χώρο, η δημιουργία κοινωνικών δεσμών και η αναπαραγωγή δεν είναι ανθρώπινες εφευρέσεις ούτε χαρακτηριστικά που ανήκουν αποκλειστικά στον σκύλο. Είναι βιολογικές ανάγκες που προϋπήρχαν πολύ πριν εμφανιστεί ο πολιτισμός.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ πως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τη συμπεριφορά ενός σκύλου αγνοώντας τη φυσική του υπόσταση. Όπως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε έναν άνθρωπο αν απομονώσουμε τη συμπεριφορά του από το σώμα και τη βιολογία του, έτσι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε ούτε τον σκύλο εξετάζοντας μόνο το αποτέλεσμα των πράξεών του.
Από αυτή τη βιολογική βάση γεννιέται και ο συναισθηματικός κόσμος. Ο φόβος, η χαρά, ο θυμός, η λύπη δεν είναι αφηρημένες έννοιες που επινόησε ο άνθρωπος. Είναι μηχανισμοί που αναπτύχθηκαν μέσα από την εξέλιξη για να βοηθήσουν τον οργανισμό να πάρει αποφάσεις όταν βρίσκεται μπροστά σε ευκαιρίες ή κινδύνους.
Ο άνθρωπος έδωσε ονόματα σε αμέτρητες αποχρώσεις αυτών των συναισθημάτων. Ο σκύλος δεν χρειάζεται να τα ονομάσει για να τα βιώσει. Τα εκφράζει με το σώμα του, με το βλέμμα του, με τη στάση του απέναντι στο περιβάλλον και με τον τρόπο που επιλέγει να πλησιάσει ή να απομακρυνθεί από αυτό που έχει απέναντί του.
Γι’ αυτό, όσο περισσότερο παρατηρούσα σκύλους, τόσο λιγότερο με έπειθε η ιδέα ότι πίσω από κάθε δύσκολη συμπεριφορά κρύβεται μια προσπάθεια επιβολής ή κυριαρχίας. Πολύ συχνότερα έβλεπα έναν οργανισμό που προσπαθούσε να διαχειριστεί ένα συναίσθημα το οποίο δεν μπορούσε να εκφράσει διαφορετικά.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να αντιμετωπίζω κάθε συμπεριφορά όχι ως πρόβλημα προς διόρθωση, αλλά ως πληροφορία.
Ως ένα μήνυμα που προηγείται της λύσης και το οποίο οφείλω πρώτα να αποκωδικοποιήσω πριν επιχειρήσω να το αλλάξω.
Όσο περισσότερο εμβάθυνα σε αυτή τη σκέψη, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα ότι οι μεγαλύτερες ομοιότητες ανάμεσα στον άνθρωπο και τον σκύλο δεν βρίσκονται στην εξωτερική τους συμπεριφορά, αλλά στους λόγους που τη δημιουργούν.
Όταν ένας άνθρωπος αισθανθεί ότι απειλείται, η καρδιά του επιταχύνει, οι μύες του προετοιμάζονται για δράση και ολόκληρος ο οργανισμός του τίθεται σε κατάσταση εγρήγορσης. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στον σκύλο. Μπορεί η αντίδραση να εκφραστεί διαφορετικά, όμως ο βιολογικός μηχανισμός που ενεργοποιείται είναι ο ίδιος.
Όταν ένας άνθρωπος μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο ανασφάλεια, η προσωπικότητά του διαμορφώνεται διαφορετικά από εκείνη ενός ανθρώπου που μεγάλωσε νιώθοντας προστασία και εμπιστοσύνη. Δεν συμβαίνει κάτι διαφορετικό με ένα κουτάβι. Οι πρώτες εμπειρίες της ζωής του, οι σχέσεις που θα αναπτύξει με τη μητέρα του, με τα αδέλφια του και αργότερα με τον άνθρωπο, θα επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζει τον κόσμο.
Ένας άνθρωπος που υποφέρει από χρόνιο πόνο γίνεται συχνά πιο ευερέθιστος, πιο επιφυλακτικός ή απομονώνεται. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε έναν σκύλο που ζει με μια πάθηση την οποία κανείς δεν έχει ακόμη ανακαλύψει. Η συμπεριφορά αλλάζει, όχι επειδή άλλαξε ο χαρακτήρας του, αλλά επειδή το σώμα του προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα.
Σκεφτείτε ακόμη κάτι πολύ απλό. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ασφαλής, γελά πιο εύκολα, δοκιμάζει νέα πράγματα, κάνει φίλους και εξερευνά τον κόσμο με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Όταν όμως κυριαρχεί ο φόβος, περιορίζει τον εαυτό του, αποφεύγει καταστάσεις και βλέπει κινδύνους ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν. Ακριβώς την ίδια μεταβολή μπορούμε να παρατηρήσουμε σε έναν σκύλο. Η ασφάλεια γεννά εξερεύνηση. Η ανασφάλεια γεννά άμυνα.
Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να αποδεχθώ ότι η κατανόηση του σκύλου πρέπει να ξεκινά από όσα μας χωρίζουν. Οι διαφορές εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται μια συμπεριφορά. Οι ομοιότητες, όμως, μας βοηθούν να καταλάβουμε γιατί γεννήθηκε εξαρχής.
Από τη στιγμή που άλλαξε αυτός ο τρόπος σκέψης, άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζα κάθε σκύλο που στεκόταν απέναντί μου. Δεν έβλεπα πλέον μια συμπεριφορά που έπρεπε να διορθωθεί. Έβλεπα έναν ζωντανό οργανισμό που, όπως κι εγώ, προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέσα στον κόσμο του.
Η Σκέψη
Η μοναδική περιοχή όπου αρχίζουν να εμφανίζονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η σκέψη. Ακόμη όμως κι εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί πολλές φορές, στην προσπάθειά μας να αναδείξουμε τις διαφορές, καταλήγουμε να υποτιμούμε τις δυνατότητες του σκύλου ή, αντίθετα, να του αποδίδουμε ανθρώπινες ικανότητες που δεν διαθέτει.
Ο άνθρωπος έχει αναπτύξει μια εξαιρετική ικανότητα αφηρημένης σκέψης. Μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του χρόνια μπροστά, να φανταστεί γεγονότα που δεν έχουν ακόμη συμβεί, να δημιουργήσει φιλοσοφικά συστήματα, να γράψει μουσική, να κατασκευάσει τεχνολογία και να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην αναζήτηση μιας ιδέας. Ταυτόχρονα, έχει την ικανότητα να ταξιδεύει διαρκώς στο παρελθόν και στο μέλλον. Μπορεί να βασανίζεται για ένα λάθος που έκανε πριν από είκοσι χρόνια ή να αγχώνεται για κάτι που ίσως συμβεί σε δέκα ημέρες.
Ο σκύλος δεν φαίνεται να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σκέφτεται.
Κάθε άλλο.
Ο σκύλος θυμάται, συγκρίνει εμπειρίες, λύνει προβλήματα, αναγνωρίζει πρόσωπα, δημιουργεί συνδέσεις ανάμεσα σε γεγονότα και προσαρμόζει συνεχώς τη συμπεριφορά του ανάλογα με το αποτέλεσμα που έφερε η προηγούμενη εμπειρία του. Η σκέψη του είναι βαθιά συνδεδεμένη με την πραγματικότητα που ζει εκείνη τη στιγμή και με όσα έχουν πραγματική αξία για την επιβίωσή του.
Αυτό, ίσως, είναι και το μεγαλύτερο μάθημα που μπορεί να μας προσφέρει.
Ενώ ο άνθρωπος συχνά χάνεται στις σκέψεις του, ο σκύλος παραμένει εντυπωσιακά προσηλωμένος σε αυτό που συμβαίνει τώρα. Δεν σημαίνει ότι ξεχνά. Σημαίνει ότι δεν εγκλωβίζεται εύκολα στις ίδιες τις σκέψεις του.
Ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει ολόκληρη την ημέρα αναπαράγοντας μέσα στο μυαλό του μια δυσάρεστη συζήτηση. Να θυμώνει ξανά και ξανά, σαν να τη ζει από την αρχή κάθε φορά που την ανακαλεί. Ένας σκύλος που είχε μια δυσάρεστη εμπειρία θα τη θυμάται επίσης. Αν ξαναβρεθεί μπροστά στο ίδιο ερέθισμα, η μνήμη του θα επηρεάσει τη συμπεριφορά του. Η διαφορά είναι ότι, όταν το ερέθισμα πάψει να υπάρχει, επιστρέφει πολύ ευκολότερα στο παρόν.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές λέμε πως ο σκύλος μάς μαθαίνει να ζούμε τη στιγμή. Ίσως τελικά δεν είναι μια ποιητική φράση, αλλά μια βιολογική πραγματικότητα.
Από αυτή τη διαφορά γεννήθηκε και μια ακόμη σκέψη που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα την εκπαίδευση. Αν ο σκύλος μαθαίνει κυρίως μέσα από τις εμπειρίες του, τότε η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στην επανάληψη εντολών. Οφείλει να δημιουργεί εμπειρίες που θα του επιτρέψουν να κατανοήσει τον κόσμο, να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, να εξασκήσει τη σκέψη του και να αναπτύξει τις δυνατότητές του.
Έτσι άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η πραγματική εκπαίδευση δεν έχει ως στόχο να δημιουργήσει έναν σκύλο που υπακούει μηχανικά. Στόχος της είναι να βοηθήσει έναν ζωντανό οργανισμό να εξελιχθεί, διατηρώντας σε ισορροπία το σώμα, το συναίσθημα και τη σκέψη του. Όταν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί, η συμπεριφορά αλλάζει. Και τότε εμφανίζεται αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούν «πρόβλημα».
Η λέξη «πρόβλημα» χρησιμοποιείται πολύ εύκολα στην εκπαίδευση σκύλων. Προβληματικός σκύλος, προβληματική συμπεριφορά, διόρθωση. Όσο περισσότερο όμως εργαζόμουν με ανθρώπους και σκύλους, τόσο περισσότερο δυσκολευόμουν να αποδεχθώ αυτή την ορολογία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο σκύλος δεν αποτελεί το πρόβλημα. Η συμπεριφορά του είναι το αποτέλεσμα μιας ανισορροπίας που έχει ήδη δημιουργηθεί. Ένα σώμα που πονά, ένα συναίσθημα που ζει μέσα στην ανασφάλεια ή μια σκέψη που δεν έχει ποτέ την ευκαιρία να εξελιχθεί, δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν σε έναν ισορροπημένο οργανισμό.
Αυτός είναι και ο λόγος που, όταν ένας άνθρωπος μου ζητά να λύσουμε ένα πρόβλημα συμπεριφοράς, δεν ξεκινώ ποτέ από αυτό. Προσπαθώ πρώτα να κατανοήσω τον σκύλο. Πώς ζει. Πώς τρέφεται. Πόσο κινείται. Ποιες εμπειρίες κουβαλά. Τι τον φοβίζει. Τι τον ενθουσιάζει. Πώς επικοινωνεί με τους ανθρώπους του. Ποια είναι η καθημερινότητά του. Μόνο όταν αρχίσεις να βλέπεις τον σκύλο ως σύνολο μπορείς να καταλάβεις γιατί συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Από αυτή τη φιλοσοφία προκύπτει και ο ρόλος του εκπαιδευτή.
Για μένα, ο εκπαιδευτής δεν βρίσκεται απέναντι από τον σκύλο. Βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο. Ο σκύλος δεν χρειάζεται να μάθει να γίνει σκύλος· είναι ήδη. Εκείνος που καλείται να εξελιχθεί ή μάλλον να “επιστρέψει” είναι ο άνθρωπος, γιατί εκείνος είναι που καλείται να δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα αναπτυχθεί η σχέση τους.
Αυτός ήταν και ο λόγος που, όταν δημιούργησα το Inside the Dog’s Mind, δεν επέλεξα να παρουσιάσω τον εαυτό μου ως αυθεντία που κατέχει όλες τις απαντήσεις. Επηρεασμένος από τις αρχές της Υπηρεσίας Iris ΠΟΛ.Υ.Σ για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο, πίστεψα ότι ο κηδεμόνας ενός ζώου δεν πρέπει να δεχθεί την δική μου πραγματικότητα για την σχέση του με τον σκύλο. Αντιθέτως πρέπει να δημιουργήσει την δική του!
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προκαθορισμένες διαδρομές. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να προσαρμοστούν στη δική μου φιλοσοφία. Υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικοί σκύλοι και διαφορετικές σχέσεις. Ο στόχος μου δεν είναι να χωρέσουν όλοι στο ίδιο καλούπι. Είναι να αποκτήσουν τα εφόδια που θα τους επιτρέψουν να χτίσουν τη δική τους σχέση.
Το Inside the Dog’s Mind είναι μια μέθοδος. Όχι όμως μια μέθοδος που δημιουργήθηκε για να αλλάξει τον σκύλο. Είναι μια πρόταση που επιχειρεί να επανασυνδέσει τον άνθρωπο με κάτι που, όσο εξελισσόταν ο πολιτισμός του, άφηνε σταδιακά πίσω του: το φυσικό. Να τον βοηθήσει να παρατηρεί περισσότερο, να ακούει περισσότερο και να κατανοεί βαθύτερα έναν οργανισμό που για χιλιάδες χρόνια εξελίχθηκε δίπλα του.
Έχοντας φτάσει μέχρι εδώ, απομένει ένα τελευταίο ερώτημα.
Αν άνθρωπος και σκύλος μοιράζονται πολύ περισσότερα απ’ όσα συνήθως πιστεύουμε, αν η συμπεριφορά τους γεννιέται από κοινές βιολογικές και συναισθηματικές βάσεις και αν η σχέση τους μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην κατανόηση και όχι μόνο στην εκτέλεση εντολών, τότε ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε:
Υπάρχει τελικά ένας πραγματικός τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον σκύλο;
Αυτό ακριβώς το ερώτημα θα αποτελέσει το σημείο εκκίνησης του επόμενου άρθρου.

