Η πορεία είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν.
Για κάποιο λόγο όμως η πανδημία λειτούργησε σαν επιταχυντής. Σαν κάποιος να πάτησε ξαφνικά το γκάζι σε διαδικασίες που μέχρι τότε εξελίσσονταν αργά και σχεδόν αθόρυβα. Σήμερα, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, η αίσθηση είναι ότι δεν βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο μετάβασης αλλά σε ελεύθερη πτώση.
Η τεχνολογική εξέλιξη δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με τη σοβαρότητα και τη σοφροσύνη που απαιτούσε η δύναμή της.
Ένας ολόκληρος πλανήτης μετατράπηκε σταδιακά σε πρώτη ύλη ενός νέου οικονομικού μοντέλου. Οι προσωπικές στιγμές, οι απόψεις, οι φωτογραφίες, οι συζητήσεις, οι σχέσεις, οι αναζητήσεις και οι ανησυχίες των ανθρώπων έγιναν το καύσιμο μιας παγκόσμιας βιομηχανίας.
Τα κοινωνικά δίκτυα αποτέλεσαν ίσως το πιο παράδοξο επιχειρηματικό μοντέλο στην ιστορία. Για πρώτη φορά ο παραγωγός και ο καταναλωτής ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ο πολίτης παρήγαγε το περιεχόμενο, ο ίδιος το κατανάλωνε και ένας τρίτος εισέπραττε την οικονομική αξία που παραγόταν από αυτή τη διαδικασία.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν μιλάμε για το Facebook, το Instagram, το X, το TikTok ή οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα. Όλες στηρίζονται στην ίδια αρχή. Η πραγματική τους μπαταρία είναι ο άνθρωπος.
Ο ίδιος άνθρωπος που πολλές φορές διαμαρτύρεται για τη λειτουργία τους είναι εκείνος που συνεχίζει να τις τροφοδοτεί κάθε λεπτό της ημέρας.
Το ίδιο μοντέλο εμφανίστηκε και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η γνώση συγκεντρώθηκε σε γιγαντιαίες υποδομές που ανήκουν σε λίγες εταιρείες. Τα δεδομένα προήλθαν από δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η χρήση των συστημάτων γίνεται από δισεκατομμύρια ανθρώπους. Το κόστος όμως της πρόσβασης στη γνώση, στις υποδομές και στη δύναμη παραμένει συγκεντρωμένο στα χέρια ελάχιστων.
Ακόμη κι αν κάποιος δεχτεί αυτό το μοντέλο ως φυσιολογικό, παραμένει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Τι συμβαίνει όταν ο ίδιος οργανισμός που διαθέτει την υποδομή είναι ταυτόχρονα και εκείνος που καθορίζει ποια πληροφορία θα διαδοθεί περισσότερο, ποια λιγότερο και ποια δεν θα εμφανιστεί ποτέ μπροστά στα μάτια μας;
Τα χρόνια μετά την πανδημία είδαμε πράγματα που μέχρι πρόσφατα θα θεωρούσαμε αδιανόητα.
Αλγόριθμοι που μέσα σε λίγες ώρες μπορούσαν να εκτοξεύσουν ή να εξαφανίσουν επιχειρήσεις.
Πλατφόρμες που καθόριζαν ποια θέματα θα κυριαρχήσουν στη δημόσια συζήτηση.
Συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που αρχικά εμφανίστηκαν ως εργαλεία βοήθειας και στη συνέχεια άρχισαν να αποκτούν πρόσβαση σε ολοένα περισσότερες λειτουργίες της καθημερινής ζωής.
Η συζήτηση όμως συχνά γίνεται με λάθος τρόπο.
Κατηγορούμε την τεχνολογία.
Η τεχνολογία από μόνη της δεν αποφασίζει τίποτα.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται από ανθρώπους, εταιρείες, διοικήσεις και επενδυτικά κέντρα που καθορίζουν πώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία και μέχρι πού θα φτάσει η επιρροή της.
Κι όμως, ενώ τα πειράματα συνεχίζονταν, σπάνια είδαμε πραγματική κοινωνική αντίδραση.
Μοντέλα απέκτησαν πρόσβαση σε ηλεκτρονική αλληλογραφία, προσωπικά δεδομένα, επαφές, αρχεία και λειτουργίες που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητες. Κάθε νέο βήμα παρουσιαζόταν ως διευκόλυνση της ζωής μας.
Κάθε νέα παραχώρηση πρόσβασης παρουσιαζόταν ως επιλογή του χρήστη.
Η θεωρία λέει ότι ο πολίτης είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια τεχνολογική γνώση.
Δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να κατανοήσουν τις συνέπειες μιας άδειας πρόσβασης.
Δεν διαβάζουν όλοι τα ψηλά γράμματα.
Ακριβώς όπως δεν κατανοούν όλοι τους πραγματικούς όρους ενός τραπεζικού δανείου.
Η επίκληση της ατομικής ευθύνης δεν αρκεί όταν απέναντι βρίσκεται ένας μηχανισμός ασύγκριτα ισχυρότερος από τον μέσο πολίτη.
Και κάπου εδώ εμφανίζονται τρία νέα φαινόμενα.
Ο Meta Human.
Ένας άνθρωπος του οποίου οι συνήθειες, οι επιθυμίες, οι φόβοι και οι αντιδράσεις διαμορφώνονται όλο και περισσότερο μέσα από ψηφιακά συστήματα που δεν ελέγχει.
Η Meta Democracy.
Ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες πιστεύουν ότι διαμορφώνουν ελεύθερα τις απόψεις τους, ενώ η πληροφορία που φτάνει σε αυτούς έχει ήδη περάσει από φίλτρα, αλγόριθμους και μηχανισμούς επιλογής που δεν είναι ορατοί.
Και τέλος η Meta Freedom.
Η κατάσταση όπου ο άνθρωπος συνεχίζει να αισθάνεται ελεύθερος, αλλά αδυνατεί πλέον να επιβιώσει έξω από το ψηφιακό οικοσύστημα που άλλοι έχουν δημιουργήσει γι’ αυτόν.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι συμβαίνουν με τη συγκατάθεσή μας.
Χωρίς αντίσταση.
Χωρίς σοβαρή δημόσια συζήτηση.
Χωρίς πραγματικά όρια.
Το 2026 ίσως να μην είναι η χρονιά της τεχνητής νοημοσύνης.
Ίσως να είναι η χρονιά που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το μεγαλύτερο ερώτημα δεν αφορά το τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία.
Αφορά το ποιος θα αποφασίζει τι μπορεί να κάνει πάνω στον άνθρωπο.
Ίσως τελικά να έχουμε ήδη περάσει το κατώφλι.
Όχι σε μια εποχή τεχνητής νοημοσύνης.
Αλλά στην εποχή του Meta Human, της Meta Democracy και της Meta Freedom.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι ελάχιστοι φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί.

