Με τον Στέλιο μεγαλώσαμε μαζί. Από εκείνες τις φιγούρες που δεν χρειάζονται συστάσεις στη γειτονιά, γιατί είναι κομμάτι της. Ιδιαίτερος άνθρωπος, δύσκολος πολλές φορές, ταλαιπωρημένος, με τις δικές του πληγές και τις δικές του σκιές. Ο άμεσος γείτονάς μου. Ένας άνθρωπος που για χρόνια ήταν τόσο εκεί, ώστε σχεδόν τον θεωρούσες δεδομένο.
Κάθε βράδυ, μέχρι τα χαράματα, έξω από το σπίτι του, σε μια καρέκλα, με το κρασί του. Άλλες φορές μόνος, άλλες φορές με παρέες, άλλες φορές με φασαρία, μουσικές, φωνές, κουβέντες που ξεχείλωναν μέσα στη νύχτα. Είχαμε έρθει αρκετές φορές σε κόντρα. Πώς να μην έρθουμε; Υπήρχαν νύχτες που δεν σε άφηνε να κοιμηθείς, που ένιωθες ότι σου εισβάλλει στη ζωή χωρίς να ρωτήσει.
Μέχρι που κάποια στιγμή αγάπησα αυτό που ήταν.
Όχι γιατί έγινε εύκολος. Όχι γιατί άλλαξε. Αλλά γιατί κατάλαβα ότι οι άνθρωποι δεν έρχονται πάντα στη ζωή μας για να είναι βολικοί. Μερικές φορές έρχονται για να είναι αληθινοί. Ο Στέλιος ήταν αληθινός, με όλο το βάρος, τη φασαρία, την ακαταστασία και την πληγή του. Δέχτηκα ότι ο γείτονάς μου θα με κρατάει ξύπνιο μέχρι τα ξημερώματα. Δέχτηκα όμως και κάτι άλλο: ότι ίσως μια μέρα θα είναι κι αυτός ο άνθρωπος που μπορεί να πει «σήμερα δεν τον είδατο Χρήστο».
Με ρώταγε πάντα πού βάζω το αυτοκίνητο για να το προσέχει. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ήταν καθιστός έξω από το παράθυρο του ημιυπόγειου του, λες και φύλαγε με τον δικό του τρόπο ένα μικρό κομμάτι του δρόμου. Έβλεπε, ήξερε, παρατηρούσε. Μπορεί να γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας, μπορεί να τον εκμεταλλεύονταν, μπορεί πολλοί να τον αντιμετώπιζαν σαν τον γραφικό της γειτονιάς, αλλά για κάποιους από εμάς ήταν και κάτι άλλο. Ήταν ένα αποκούμπι. Ένα κυψελιώτικο reset. Μια υπενθύμιση ότι η γειτονιά δεν είναι μόνο τοίχοι και διαμερίσματα. Είναι και οι ψυχές που τριγυρνούν ανάμεσά τους, ακόμη κι όταν δεν χωράνε πουθενά.
Αυτό το Πάσχα δεν μας πήγε καλά. Κάτι έγινε ένα βράδυ και άκουσα ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί. Μετά τον είδα να φοράει βρώμικα ρούχα και του έστειλα κάποια δικά μου. Λίγο λιγότερο βρώμικα. Μου τα γύρισε πίσω, γιατί είχαν, λέει, τρίχες σκύλου. Αυτός ήταν ο Στέλιος. Μέσα στην κατάστασή του, μέσα στην παρακμή, μέσα στην αδυναμία του, κρατούσε ακόμα μια δική του παράξενη αξιοπρέπεια. Την επόμενη μέρα άκουσα το ασθενοφόρο.
Και τώρα, μόλις μία εβδομάδα μετά, τελείωσαν όλα.
Έτσι απλά.
Ένας άνθρωπος που ήταν για χρόνια κομμάτι του τοπίου, κομμάτι του ήχου της γειτονιάς, κομμάτι ακόμα και του εκνευρισμού μας, έφυγε ξαφνικά και άφησε πίσω του ένα κενό που δεν εξηγείται εύκολα. Γιατί τελικά δεν μας ενοχλούν μόνο οι άνθρωποι. Μας σημαδεύουν κιόλας. Και όταν φεύγουν, παίρνουν μαζί τους κάτι από τον δρόμο, κάτι από τη νύχτα, κάτι από τα χρόνια μας.
Σήμερα πήρανε νεκρό το διπλανό μου.
Και μαζί του πήραν ένα κομμάτι από εκείνη την παλιά, άγρια, ακατέργαστη Κυψέλη που όσο κι αν μας τσάκιζε, ήταν δική μας.
Άντε, Στέλιο.
Στο επανιδείν.

