Υπάρχουν στιγμές που μια αφίσα λέει περισσότερα από όσα ίσως αντιλαμβάνονται εκείνοι που τη δημιούργησαν.
Κοιτάζω τη συγκεκριμένη αφίσα και διαβάζω τη φράση: «Δεν θα τους λείψουν».

Δεν πρόκειται για μια απλή διαφημιστική ατάκα. Πρόκειται για μια ολόκληρη φιλοσοφία συμπυκνωμένη σε τρεις λέξεις. Μια φιλοσοφία που θεωρεί ότι η αφαίρεση ζωτικών αναπαραγωγικών οργάνων από ένα ζώο είναι κάτι που μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια καθησυχαστική φράση και μια σακούλα ξηράς τροφής.
Δεν θα τους λείψουν.
Ποιος το αποφάσισε αυτό;
Ποιος απέκτησε το δικαίωμα να μιλήσει εκ μέρους όλων των ζώων και να αποφανθεί τι τους λείπει και τι όχι;
Εδώ και χρόνια παρακολουθώ τη δημόσια συζήτηση γύρω από το ζήτημα των αδέσποτων, της στείρωσης και της σχέσης του ανθρώπου με τον σκύλο. Έχω εκφράσει δημόσια τις θέσεις μου, έχω γράψει άρθρα, έχω παρουσιάσει επιχειρήματα, έχω δεχθεί κριτική και έχω ασκήσει κριτική. Ό,τι είχα να καταθέσω το κατέθεσα.
Κάποια στιγμή όμως ο άνθρωπος οφείλει να σταματά να επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα. Διαφορετικά κινδυνεύει να μετατραπεί από ενεργός πολίτης σε εμμονικό πολέμιο μιας πραγματικότητας που δεν αλλάζει.
Γι’ αυτό και σήμερα δεν γράφω για να πείσω κανέναν.
Δεν γράφω για να αλλάξω γνώμες.
Δεν γράφω για να ξεκινήσω άλλη μία αντιπαράθεση.
Γράφω μόνο για να καταγράψω μια προσωπική θέση ευθύνης.
Αν αυτό είναι το μέλλον που επιλέγει η κοινωνία απέναντι στα ζώα, τότε η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να το ακολουθήσει. Οι πολίτες θα αποφασίσουν. Οι θεσμοί θα αποφασίσουν. Οι οργανώσεις θα αποφασίσουν.
Ο καθένας όμως θα βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωπος με τον εαυτό του και με τις επιλογές του.
Για εμένα το ζήτημα δεν ήταν ποτέ θέμα πολιτικής, ιδεολογίας ή προσωπικής αντιπαράθεσης.
Δεν ήταν καν θέμα γνώσεων.
Ήταν και παραμένει θέμα σεβασμού.
Μπορεί να έχω κάνει λάθη στη ζωή μου. Μπορεί να έχω κάνει λάθη στην εκπαίδευση, στις αναζητήσεις μου, στις επιλογές μου, ακόμη και στις δημόσιες τοποθετήσεις μου. Κανένας άνθρωπος δεν είναι αλάνθαστος.
Υπάρχει όμως μία κατηγορία που δεν θα δεχθώ ποτέ.
Ότι δεν σεβάστηκα τον σκύλο.
Γιατί όποιος με γνωρίζει πραγματικά γνωρίζει ότι όλη μου η πορεία, σωστή ή λανθασμένη, ξεκινούσε πάντοτε από μια βαθιά αγάπη και έναν βαθύ σεβασμό προς αυτό το πλάσμα.
Γι’ αυτό και σήμερα δεν έχω τίποτε άλλο να προσθέσω στη δημόσια συζήτηση.
Τα επιχειρήματα κατατέθηκαν.
Οι θέσεις ειπώθηκαν.
Οι διαφωνίες διατυπώθηκαν.
Το μόνο που μπορώ πλέον να ανταποδώσω στον σκύλο είναι η δική μου πίστη σε αυτό που θεωρώ σωστό.
Και από εκεί και πέρα, ο καθένας ας αποφασίσει το δικό του μέλλον.
Μια τελευταία σημείωση
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη που οφείλω να πω.
Τουλάχιστον για την παρούσα φάση, η δική μου διαδρομή στα social media ολοκληρώνεται.
Όποιος θελήσει κάποτε να αναζητήσει τη φωνή μου, θα τη βρει. Θα συνεχίσει να υπάρχει σε μια γωνιά. Δεν εξαφανίζομαι. Απλώς αποχωρώ από τον θόρυβο.
Κάποτε χρειάστηκα τα likes. Δεν έχει νόημα να λέμε ψέματα. Τα χρειάστηκα. Όπως τα χρειάστηκαν πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου όταν τα κοινωνικά δίκτυα άρχισαν να μετατρέπονται σε μέτρο αξίας, αποδοχής και επιβεβαίωσης.
Σήμερα όμως δεν τα χρειάζομαι.
Και η απόφαση αυτή δεν είναι πράξη απογοήτευσης. Είναι πράξη προσωπικής ευθύνης.
Δεν μπορείς να συμβουλεύεις τους ανθρώπους να ζήσουν διαφορετικά, αν εσύ ο ίδιος δεν είσαι διατεθειμένος να ακολουθήσεις τον δρόμο που προτείνεις. Δεν μπορείς να μιλάς για ελευθερία όταν εξαρτάσαι από την επόμενη ειδοποίηση. Δεν μπορείς να μιλάς για ανθρώπινες σχέσεις όταν η ύπαρξή σου μετριέται από αριθμούς στην οθόνη.
Η ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει μόνο μέσα από τη διαρκή παρουσία του στα κοινωνικά δίκτυα, επαγγελματικά, προσωπικά ή ακόμη και ως ταυτότητα, είναι μια ιδέα που δεν οφείλω να αποδεχτώ.
Και δεν θα την αποδεχτώ.
Για την ώρα λοιπόν θα καθίσω στη γωνιά μου.
Κάποιοι ίσως πουν ότι ηττήθηκα.
Δεν το αισθάνομαι έτσι.
Ηττήθηκε ένας πόλεμος. Όχι εγώ.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω ασταμάτητα. Να απαντώ. Να αντιδρώ. Να αντιπαρατίθεμαι. Όσοι με γνωρίζουν πραγματικά γνωρίζουν επίσης κάτι ακόμη: ποτέ δεν λέω όλα όσα γνωρίζω.
Όχι από φόβο.
Αλλά επειδή έμαθα ότι η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται και άνθρωπος πρόθυμος να την ακούσει.
Ίσως αυτό να ακουστεί εγωιστικό.
Ας είναι.
Προτιμώ πλέον την ειλικρίνεια από την αποδοχή.
Αυτό είναι το παρόν μου.
Και από εδώ και πέρα, όπως ακριβώς συνέβη και με το ζήτημα που με οδήγησε να γράψω αυτό το άρθρο, ο καθένας ας επιλέξει σε ποιον κόσμο θέλει να ζει.

