Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί μια σύγχυση στους κηδεμόνες των σκύλων, αλλά και σε πολλούς εκπαιδευτές, παρακολουθώντας τις δύο επικρατέστερες “σχολές” να συγκρούονται για το εάν η θεωρία της “κυριαρχίας” ισχύει ή όχι.
Στην πραγματικότητα αυτή η σύγκρουση δεν είναι παρά ένα παιχνίδι με τις λέξεις και με την επιλεκτική χρήση των δεδομένων που εξυπηρετούν κάθε φορά την κάθε θεωρία.
Από τη μία πλευρά έχουμε τον κλασικό ισχυρισμό ότι υπάρχει μια έμφυτη τάση του σκύλου να “κυριαρχεί” έναντι των άλλων μελών της αγέλης του. Παράλληλα υπάρχει ο ισχυρισμός ότι αυτή η τάση είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της ιεραρχίας στη δομή μιας αγέλης, αφού μέσα από μια διαδικασία ψυχολογικών αλλά και πραγματικών μαχών ο δυνατότερος επικρατεί ως ο Α-ρχηγός της αγέλης.

Από την άλλη, σύγχρονες μελέτες διαχωρίζουν αυτή την τάση από τον χαρακτήρα του σκύλου, ισχυριζόμενες ότι η εκδήλωση επιθετικότητας, παραδείγματος χάρη για την κατάκτηση περισσότερων πόρων τροφής, αφορά στιγμιαία περιστατικά που προσδιορίζονται από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο επιτιθέμενος, για παράδειγμα εάν πεινάει.
Σημαντικό στοιχείο που επίσης διαφοροποιείται στις δύο θεωρίες είναι το γεγονός ότι η μεν πρώτη βασίζεται στο δεδομένο ότι ο σκύλος είναι απόγονος του λύκου, ενώ αντίθετα η άλλη βασίζεται σε σύγχρονες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες ο σκύλος και ο λύκος έχουν απλά κοινό πρόγονο. Έτσι, η πρώτη επικαλείται έρευνες που έχουν γίνει στη συμπεριφορά του λύκου, ενώ η δεύτερη αρνείται τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών, επικαλούμενη ότι ο σκύλος δεν είναι απόγονος του λύκου.
Επίσης, η δεύτερη εκδοχή ισχυρίζεται ότι υπάρχουν λάθη στη μεθοδολογία των ερευνών που κατέληγαν στην κυριαρχική συμπεριφορά του λύκου, διότι χρησιμοποιήθηκαν λύκοι άγνωστοι μεταξύ τους σε τεχνητό περιβάλλον. Αντίθετα, έρευνες που έγιναν σε αγέλες που ζούσαν σε φυσικό περιβάλλον έδωσαν στοιχεία ότι οι λύκοι ζουν σαν ανθρώπινη οικογένεια και σπάνια εκδηλώνουν επιθετικότητα μεταξύ τους.
Εδώ όμως υπάρχει ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που παραβλέπεται. Όταν παρατηρούμε μια ήδη διαμορφωμένη αγέλη, δεν παρατηρούμε τη διαδικασία μέσα από την οποία αυτή δημιουργήθηκε. Παρατηρούμε το αποτέλεσμα.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι σε μια αγέλη που έχει ήδη αποκτήσει δομή, ρόλους και ισορροπίες δεν εμφανίζονται συνεχείς συγκρούσεις. Αντίθετα, εάν πέντε άγνωστοι μεταξύ τους λύκοι τοποθετηθούν από την αρχή σε έναν κοινό χώρο, η διαδικασία διαμόρφωσης της ομάδας είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα περάσει και μέσα από εντάσεις, αντιπαραθέσεις ή ακόμα και πραγματικές συγκρούσεις.
Το γεγονός ότι αυτές δεν εμφανίζονται αργότερα με την ίδια ένταση δεν αποδεικνύει ότι δεν προηγήθηκαν ή ότι δεν έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της αγέλης.
Στην πραγματικότητα και οι δύο θεωρίες χρησιμοποιούν διαφορετικά σημεία της ίδιας πραγματικότητας, “χρωματίζοντας” απλά διαφορετικές περιοχές στην επιχειρηματολογία τους.
Επίσης, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι όσα στοιχεία και να συμπεριλάβει μια μελέτη ή μια έρευνα, ποτέ δεν θα μπορέσει να τα συμπεριλάβει όλα. Γι’ αυτό και παρακολουθούμε ότι κάθε θεωρία έχει συγκεκριμένη διάρκεια ζωής, μέχρι κάποια νέα να την καταρρίψει, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία που η προκάτοχός της δεν είχε “συνειδητοποιήσει”.
Ο ρόλος των “πόρων” στη διαμόρφωση μιας συμπεριφοράς
Είναι σαφές ότι η διάθεση τόσο της κυριαρχίας όσο και της επιθετικότητας μπορεί να έχει την αφετηρία της στο συναίσθημα της ανασφάλειας ή της μη επάρκειας των αναγκαίων πόρων για την επιβίωση.
Φυσικά, λοιπόν, και ένας πεινασμένος σκύλος θα είναι πιο “επιθετικός” στη διεκδίκηση της τροφής και φυσικά αυτό θα είναι ένα στιγμιαίο γεγονός… εκτός εάν ο σκύλος πεινάει συνέχεια ή βιώνει συνεχώς την αίσθηση ότι οι ανάγκες του δεν καλύπτονται.
Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει αυτό;
Το DNA, όπως όλοι γνωρίζουν, προσδιορίζει τον μοναδικό τρόπο λειτουργίας κάθε οργανισμού. Πέρα από τα γενικότερα χαρακτηριστικά με τα οποία το DNA κατατάσσει κάποιον σε ένα είδος ή ένα άλλο, ακόμα και δύο σκύλοι έχουν σαφέστατες διαφορές στη συμπεριφορά τους, μέρος των οποίων προσδιορίζεται από διαφορές του ενός γενετικού κώδικα από τον άλλον.
Πώς συνδράμει το DNA σε αυτό;
Το νευρικό σύστημα κάθε ζώου δεν ιεραρχεί με τον ίδιο τρόπο τις ανάγκες, τους κινδύνους και τους διαθέσιμους πόρους.
Για έναν σκύλο η τροφή μπορεί να βρίσκεται πολύ ψηλά στην ιεράρχηση των αναγκών του, για έναν άλλο η πρόσβαση στον σύντροφο, για έναν τρίτο ο προσωπικός του χώρος ή η ανάγκη απομάκρυνσης από μια απειλή.
Όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ανθρώπους, το ίδιο εξωτερικό ερέθισμα δεν αποκτά την ίδια σημασία για κάθε οργανισμό.
Παράδειγμα, ένας σκύλος μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα κάποιων θρεπτικών συστατικών από έναν άλλο, για να καλύψει τις ανάγκες του και να βιώσει την αίσθηση της πληρότητας. Φυσικά, αυτή η διαφορετικότητα έχει την αφετηρία της στον γενετικό κώδικα, όπως επίσης και σε θέματα μεταβολισμού, τα οποία όμως δεν επιθυμώ και δεν είμαι αρμόδιος να περιγράψω.
Όπως καταλαβαίνετε, αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το ατομικό, μοναδικό DNA διαφοροποιεί μια συμπεριφορά από μια άλλη.
Έτσι, ένας σκύλος μπορεί να εκδηλώνει συχνότερα επιθετικότητα ή κυριαρχικότητα απέναντι σε άλλους σκύλους, όταν το ζητούμενο είναι η διεκδίκηση της τροφής ή κάποιου άλλου πόρου που το δικό του νευρικό σύστημα ιεραρχεί ως εξαιρετικά σημαντικό.
Προς Θεού, κανένας δεν ισχυρίζεται ότι ένας σκύλος που πεινάει ή είναι λαίμαργος θα γίνει απαραίτητα και επιθετικός. Ένας πεινασμένος σκύλος, όμως, ή ένας σκύλος που ιεραρχεί την τροφή πολύ ψηλά, έχει περισσότερες πιθανότητες να καταφύγει και στη βία, εάν δεν μπορεί να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους διαφορετικά.
Ο σκύλος… ένα είδος, πολλοί εκπρόσωποι…
Ένα παράδειγμα γνωστού λαίμαργου σκύλου, ο οποίος όμως σπάνια διαλέγει την οδό της βίας για την επίλυση των διαφορών του, είναι το Λαμπραντόρ.
Εδώ θα δούμε ένα ακόμα κομμάτι του γενετικού κώδικα που διαμορφώνει διαφορετικές συμπεριφορές, αφού αντίστοιχα υπάρχουν φυλές στις οποίες η βία θα ήταν πιο ψηλά στην ιεράρχησή της ως πιθανής αντίδρασης στο παιχνίδι της επιβίωσης.
Αυτό το αναφέρω απλά για να γίνει κατανοητό ότι το φάσμα της λέξης σκύλος ξεκινάει από ένα Τσόου Τσόου μέχρι έναν Γερμανικό Ποιμενικό, με συμπεριφορικές διαφορές που πολλές φορές είναι τόσο έντονες, σαν να μιλάμε για άλλο είδος.
Αναφερόμενοι στο συναίσθημα της αν-ασφάλειας
Κάθε σκύλος έχει διαφορετική αντίληψη για το τι είναι επικίνδυνο ή όχι. Κάποιος σκύλος μπορεί να τρομάξει απλά με έναν θόρυβο, τη στιγμή που δίπλα του ένας άλλος δείχνει να τον αγνοεί σαν να μην τον έχει καν ακούσει.
Στον πρώτο σκύλο, με την έκφραση «τρόμαξε», υπονοούμε την ενεργοποίηση του συστήματος “φυγής ή επίθεσης”, σε αντίθεση με τον δεύτερο που δεν έδωσε σημασία.
Τι είναι διαφορετικό, λοιπόν, στους δύο σκύλους;
Υπάρχει πληθώρα λόγων που οδηγούν σε μια “εύφλεκτη” συμπεριφορά. Οι εμπειρίες και το περιβάλλον είναι μέσα σε αυτούς.
Μια τραυματική εμπειρία που ταυτίστηκε με έναν έντονο θόρυβο μπορεί να έχει οδηγήσει τον πρώτο σκύλο σε αυτή την αντίδραση, όπως και το να ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα έντονα στρεσογόνο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μια γενική “ευαισθησία” σε έντονες καταστάσεις.
Υπάρχει όμως και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο το νευρικό σύστημα κάθε σκύλου αξιολογεί το ίδιο γεγονός. Εκεί που ο ένας αντιλαμβάνεται μια απλή ενόχληση, ο άλλος μπορεί να αντιλαμβάνεται σοβαρό κίνδυνο.
Δεν είναι λοιπόν ίδιες ούτε οι αφετηρίες ούτε η ένταση της αντίδρασής τους.
Ανεπάρκεια πόρων και παράλληλα αρνητικές εμπειρίες
Είπαμε πριν ότι το DNA προσδιορίζει τις ανάγκες ενός οργανισμού σε θρεπτικά στοιχεία.
Τι γίνεται, λοιπόν, όταν αυτά τα θρεπτικά στοιχεία δεν μπορούν να εξασφαλιστούν στις ποσότητες που πρέπει;
Το ένα κομμάτι το είδαμε πριν. Ο σκύλος μπορεί να γίνει πιο επιθετικός, ώστε να διεκδικήσει έναντι των άλλων την απαιτούμενη τροφή.
Η άλλη πλευρά είναι ότι, χωρίς τα απαραίτητα στοιχεία ή και τις απαραίτητες ποσότητες από αυτά, μια σειρά από λειτουργίες του οργανισμού του δεν θα μπορούν να γίνουν σωστά.
Όταν τα στοιχεία αυτά συσχετιστούν με λειτουργίες που στηρίζουν το νευρικό σύστημα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η ανεπάρκεια ενός στοιχείου μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη συμπεριφορά ενός σκύλου.
Εάν επίσης αυτή η ανεπάρκεια στοιχείων ξεκινήσει από την ηλικία που το νευρικό σύστημα χτίζεται, τότε οι επιπτώσεις μπορούν να είναι ακόμα και μόνιμες, δίνοντας την αίσθηση ότι αυτός είναι ο χαρακτήρας του ζώου.
Φανταστείτε τώρα μια σειρά από παράγοντες που συμβαίνουν παράλληλα, όπως ένας σκύλος που μεγαλώνει σε ένα στρεσογόνο περιβάλλον, με συχνά αρνητικά βιώματα και με ανεπάρκεια θρεπτικών στοιχείων…
Άρα “κυριαρχικός” μόνιμα ή στιγμιαία;
Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι και στις δύο θεωρίες κρύβεται μέρος της αλήθειας, αλλά όχι η αλήθεια.
Φυσικά και είναι στιγμιαίο γεγονός μια κυριαρχική ή επιθετική συμπεριφορά, αλλά και φυσικά μπορεί κάποιος σκύλος, βάσει των παραπάνω παραδειγμάτων, να εμφανίζει συχνά τέτοιου είδους συμπεριφορές, διότι προσπαθεί συνεχώς να εξασφαλίσει την “πληρότητα” και την ασφάλεια έναντι κάποιου άλλου.
Τα παραπάνω παραδείγματα είναι απλά ενδεικτικά δεδομένων που μπορούν να οδηγήσουν σε μια “επαναλαμβανόμενη στιγμιαία” συμπεριφορά με κυριαρχικά ή επιθετικά χαρακτηριστικά.
Αυτόν τον σκύλο, για λόγους επικοινωνίας, τον χαρακτηρίσαμε “κυριαρχικό”.
Οφείλουμε όμως να γνωρίζουμε ότι κάτω από κατάλληλες συνθήκες, που θα εξαφάνιζαν το αίσθημα της ανασφάλειας ή την ανεπάρκεια πόρων, η συμπεριφορά αυτή θα εξαφανιζόταν ή τουλάχιστον θα μετριαζόταν.
Η ιεραρχία
Οι νεότερες έρευνες υποστηρίζουν ότι η έννοια της αγέλης και της ιεραρχίας μέσα σε αυτή έχει αρχίσει να καταρρίπτεται.
Δυστυχώς, και εδώ το παιχνίδι με τις λέξεις είναι σαφές.
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μια ομάδα πέντε σκύλων, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα είπαμε και προηγουμένως.
Μέσα σε αυτούς υπάρχει και ένας ο οποίος χαρακτηρίζεται από την τάση να διεκδικεί περισσότερο την τροφή του έναντι των άλλων. Αυτό οδηγεί σε αρκετούς καυγάδες που όλοι τον βρίσκουν νικητή.
Σε λίγο χρονικό διάστημα κανένας πια δεν αμφισβητεί την κυριαρχία του στην τροφή. Αυτό δίνει την εικόνα σε κάποιον που παρατηρεί εξωτερικά ότι αυτός ο σκύλος είναι «αρχηγική» φυσιογνωμία.
Και στους υπόλοιπους τέσσερις, όμως, με βάση την ίδια διαδικασία, άσχετα με το εάν το ζητούμενο είναι η τροφή ή το ζευγάρωμα ή ό,τι άλλο θα μπορούσε να δημιουργήσει μικρές ή μεγάλες εντάσεις, αρχίζουν και δημιουργούνται ιεραρχικές δομές, αφού κάποιοι αποδέχονται με μόνιμη διάθεση την ήττα τους και κάποιοι άλλοι κυριαρχούν… ή, εάν δεν συμβαδίζει με τις έρευνες… επικρατούν.
Καμία ομάδα δεν λειτουργεί κάτω από πραγματικά δεδομένα ισότητας, διότι τα μέλη της δεν είναι ίσα.
Δεν έχουν τις ίδιες σωματικές δυνατότητες, την ίδια αυτοπεποίθηση, την ίδια εμπειρία, την ίδια αντοχή, την ίδια ταχύτητα αντίδρασης ή την ίδια δυναμική.
Η διαφορετικότητα αυτή από μόνη της δημιουργεί διαφορετικές θέσεις μέσα στην ομάδα, ακόμα και όταν δεν εμφανίζεται ανοιχτή σύγκρουση.
Επίσης, αρκετές φορές δεν είναι καν αναγκαία η επικράτηση κάποιου μέσω ενός καυγά για την αποδοχή της δυναμικής του μέσα στην ομάδα – αγέλη.
Ο σωματότυπος, η αυτοπεποίθηση ή η σιγουριά που αποπνέει μπορούν να κάνουν αποτρεπτικό για τους γύρω του το ρίσκο μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης μαζί του.
Τώρα, για την παρομοίωση ότι οι έρευνες ανακάλυψαν ότι οι λύκοι ζουν σαν ανθρώπινη οικογένεια χωρίς εντάσεις, δεν θα το σχολιάσω, αλλά θα επισημάνω ότι ακόμα και οι ανθρώπινες “ειρηνικές” οικογένειες έχουν σαφέστατες ιεραρχικές δομές.
Επίσης, η παρακολούθηση λύκων στο φυσικό τους περιβάλλον έχει τα πλεονεκτήματά της, αλλά δυστυχώς έχει χάσει το δεδομένο της διαδικασίας διαμόρφωσης μιας αγέλης.
Οι όποιες κυριαρχικές τάσεις είναι δεδομένο ότι δεν θα ήταν εμφανείς με την ίδια ένταση σε μια ήδη διαμορφωμένη ιεραρχία, ακριβώς επειδή η ίδια η ιεραρχία έχει πλέον περιορίσει την ανάγκη των μελών να συγκρούονται συνεχώς μεταξύ τους.
Στο δεύτερο μέρος θα δούμε πώς η ίδια σύγκρουση μεταφέρεται από τη θεωρία στην εκπαίδευση του σκύλου και πώς το παιχνίδι των λέξεων συνεχίζεται γύρω από την έννοια της πίεσης, της ανταμοιβής και του ελέγχου των πόρων.
…συνεχίζεται…
Χρήστος Κούτσης
Εκπαιδευτής Σκύλων
ΑΡΧΕΙΟ DOGS MIND
Πρώτη δημοσίευση στο dogsmind.gr, 2015.
Πρωτότυπο κείμενο και πνευματική ιδιοκτησία © Χρήστος Κούτσης.
Η παρούσα αποτελεί την επίσημη έκδοση του κειμένου στο christoskoutsis.com

